2. Λιπίδια

Μελέτες που έχουν γίνει σε διάφορους πληθυσμούς έχουν αποδείξει ότι υπάρχει θετική συσχέτιση των επιπέδων χοληστερόλης στο αίμα με την εμφάνιση πρώιμης στεφανιαίας νόσου.

Γενικά για τη χοληστερόλη


Από μελέτες που έχουν γίνει σε διάφορους πληθυσμούς έχουν αποδείξει ότι υπάρχει θετική συσχέτιση των επιπέδων χοληστερόλης στο αίμα με την εμφάνιση πρώιμης στεφανιαίας νόσου όπως οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, δηλαδή η αύξηση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα οδηγεί σε εκθετική αύξηση του κινδύνου στεφανιαίας νόσου. Συγκεκριμένα η αύξηση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα από 200 mg/dl σε 250 mg/dl οδηγεί σε διπλασιασμό του κινδύνου ενώ αύξηση στα 300 mg/dl οδηγεί σε τετραπλασιασμό του κινδύνου. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι η συγκέντρωση της χοληστερόλης που κυκλοφορεί στο αίμα δεν προέρχεται από την τροφή μας όπως πιστεύει ο περισσότερος κόσμος. Η τροφή καθορίζει την χοληστερόλη σε ποσοστό περίπου 7%. Το 90% περίπου της χοληστερόλης που κυκλοφορεί στο πλάσμα παράγεται από το συκώτι και είναι γονιδιακά καθορισμένο (βλέπε γονίδια).

Επίσης, τιμή της χοληστερόλης που αναφέρεται στα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων περιλαμβάνει την «κακή» χοληστερόλη (LDL), την «καλή» χοληστερόλη (HDL) και τα τριγλυκερίδια. Επομένως όταν η χοληστερόλη (ολική) είναι αυξημένη στις εργαστηριακές εξετάσεις δε σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα με την «κακή» χοληστερόλη.

Λιποπρωτεΐνες και στεφανιαία νόσος

Α. LDL και στεφανιαία νόσος
Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι οι
LDL είναι από τις πλέον αθηρογόνους λιποπρωτεΐνες. Τα μόρια των LDL είναι μικρά και πλούσια σε χοληστερόλη και εισέρχονται ευκολότερα από τις άλλες λιποπρωτεΐνες στο αρτηριακό τοίχωμα. Στις υπομονάδες του συμπλόκου μορίου των LDL περιλαμβάνεται και η απολιποπρωτεΐνη Β (apoB) η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στην παγίδευση των LDL στο αρτηριακό τοίχωμα και την ανάπτυξη αθηρωματικής νόσου (που όταν εντοπίζεται στα στεφανιαία αγγεία ονομάζεται στεφανιαία νόσος). Στη μελέτη Framingham Heart Study ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου αυξάνει καθώς αυξάνουν τα επίπεδα LDL-χοληστερόλης στο αίμα.

Β. VLDL και στεφανιαία νόσος
Τα αποτελέσματα της
Framingham Heart Study έδειξαν ότι υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ VLDL-χοληστερόλης και κινδύνου για στεφανιαία νόσο και είανι μάλιστα μεγαλύτερη στις γυναίκες.

Γ. IDL και στεφανιαία νόσος
Τα επίπεδα
IDL-χοληστερόλης δεν μετρώνται στην καθημερινή εξέταση των λιποπρωτεϊνών. 'Εχει πάντως βρεθεί ότι η IDL είναι αθηρογόνος λιποπρωτεΐνη.

Δ. HDL και στεφανιαία νόσος
Υπάρχει αρνητική συσχέτιση της Η
DL-χοληστερόλης και του κινδύνου εμφάνισης στεφανιαίας νόσου. Στη Framingham Heart Study βρέθηκε ότι η συσχέτιση αυτή είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τις άλλες λιποπρωτεΐνες και τα λίπη. Σε μεγάλες μελέτες όλα τα τελευταία χρόνια έχει πλέον αποδειχθεί ότι:

α. Τα χαμηλά επίπεδα της HDL-χοληστερόλης είναι προδιαθεσικός και ανεξάρτητος παράγων για την εμφάνιση εμφράγματος του μυοκαρδίου.

β. Το μόριο της HDL είναι προστατευτικό έναντι της ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου. Το πηλίκο ολικής χοληστερόλης/ΗDL χοληστερόλη (αθηρωματικός δείκτης) έχει στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ ασθενών με έμφραγμα (είναι μεγαλύτερο) και υγιών ατόμων. Φαίνεται ότι η υπο-ομάδα HDL2 έχει ισχυρότερη αρνητική συσχέτιση προς τη στεφανιαία νόσο απ' ότι η HDL3. Επίσης σε μεγάλες μελέτες ασθενών με εκδηλώσεις στεφανιαίας νόσου αλλά φυσιολογική ολική και LDL χοληστερόλη τα 2/3 των ανδρών και τα 4/5 των γυναικών είχαν χαμηλή HDL. Ακόμη σε αρρώστους με στεφανιογραφικά αποδεδειγμένη στεφανιαία νόσο βρήκαν ότι η μεγαλύτερη διαφορά από πλευράς λιποπρωτεϊνών προς τους φυσιολογικούς αφορούσε την HDL2χοληστερόλη, η οποία είχε και την ισχυρότερη συσχέτιση προς την έκταση της στεφανιαίας νόσου.

Ε. Lp(a) και στεφανιαία νόσος
'Εχει βρεθεί ότι αν η τιμή της
Lp(a) είναι μεγαλύτερη από 30 mg/dl υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για στεφανιαία νόσο, ενώ σε ασθενείς που υποβλήθησαν σε αορτοστεφανιαία παράκαμψη (by-pass) είναι πιο συχνή η επαναστένωση των μοσχευμάτων. Είναι σημαντικό ότι η Lp(a) έχει ομοιότητες με την αθηρογόνο χοληστερόλη LDL και έχει ανευρεθεί σε αθηρωματικές πλάκες. Ασθενείς ηλικίας κάτω των 60 ετών, με στεφανιογραφικά αποδεδειγμένη στεφανιαία νόσο, όπως και συγγενείς ατόμων με στεφανιαία νόσο παρουσιάζουν στατιστικώς υψηλότερα επίπεδα Lp(a). Η Lp(a) έχει αναδειχθεί ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου στεφανιαίας νόσου, ανεξάρτητος από το κάπνισμα, την υπέρταση, το σακχαρώδη διαβήτη, την χοληστερόλη HDL ή LDL, και τα επίπεδα της apoΑ και της apoB.

ΣΤ. Τριγλυκερίδια
Ενώ παλαιότερα θεωρούσαμε τα τριγλυκερίδια ως παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο μόνο σε συνάρτηση με την αυξημένη χοληστερόλη, λεπτομερέστερες νεότερες μελέτες υποδεικνύουν ότι μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν αξιόλογη δυσμενή σημασία αυτά καθεαυτά. Μελέτες έχουν αναδείξει ότι τα αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων είναι σημαντικός παράγοντας κινδύνου για άνδρες >50 ετών. Μάλιστα ο συνδυασμός λόγου
LDL/HDL> 5 και τριγλυκεριδίων >2,3 mmol/l είχε σε μελέτες το μεγαλύτερο κίνδυνο εμφανίσεως καρδιακών συμβαμάτων. Τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί ότι το σημαντικό δεν είναι αν τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων είναι αυξημένα μετά από δίαιτα ή νηστεία 8 ωρών αλλά η ύπαρξη μεταγευματικής λιπαιμίας, αφού πρακτικά όλη την ημέρα τρώμε οπότε μας ενδιαφέρει το πόσο γρήγορα αυτά τα τριγλυκερίδια απομακρύνονται από την κυκλοφορία μετά από ένα γεύμα. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του σακχάρου, που κάνουμε την καμπύλη σακχάρου, έτσι σε λίγα χρόνια θα εφαρμόζεται και η καμπύλη λίπους. Η τελευταία εφαρμόζεται αυτή τη στιγμή σε επίπεδο πιλοτικής μελέτης σε ορισμένα νοσοκομεία και στην Ελλάδα.