4. Σακχαρώδης διαβήτης

Παγκοσμίως η επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη έχει φθάσει σε ποσοστά επιδημίας και συνεχίζει να αυξάνεται.

Συγκεκριμένα η συχνότητα της νόσου σε όλες τις ηλικίες εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 2,8% το 2000 σε 4,4% το 2030. Σε απόλυτους αριθμούς οι ασθενείς με τη νόσο θα αυξηθούν από 171 εκατομμύρια σε 366 εκατομμύρια το 2030.

Οι αυξημένες τιμές σακχάρου στο αίμα αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου κι όχι μόνο. Στις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας ο σακχαρώδης διαβήτης θεωρείται ισοδύναμο στεφανιαίας νόσου, δηλαδή ο ασθενής με διαβήτη θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όσον αφορά στην ¨επιθετικότητα¨ διαχείρισης των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου σαν να έχει περάσει ήδη έμφραγμα. Κι αυτό γιατί το σάκχαρο καταστρέφει όλα τα αγγεία του οργανισμού και ιδιαίτερα τα αγγεία της καρδιάς (στεφανιαία αγγεία) από πολύ νεαρή ηλικία. Συγκεκριμένα η στεφανιαία καρδιοπάθεια αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου των διαβητικών. Ο κίνδυνος αυτός δεν έχει άμεση (γραμμική) σχέση με την τιμή σακχάρου στο αίμα. Πολλές μελέτες, συγκεκριμένα όλες όσες έχουν γίνει για την καρδιοπάθεια των διαβητικών, δείχνουν ότι το 40% των διαβητικών, ανδρών και γυναικών, εμφανίζουν βουβό, σιωπηρό, έμφραγμα, δηλαδή μπορεί να έχουν περάσει έμφραγμα και να μην το έχουν αντιληφθεί. Γι΄ αυτό και οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει κάθε χρόνο να επισκέπτονται τον καρδιολόγο τους, ανεξάρτητα από το εάν ρυθμίζουν επαρκώς τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Ο σακχαρώδης διαβήτης διακρίνεται σε δύο τύπους I και ΙΙ με συνηθέστερο τον τύπο II. O τύπος I εμφανίζεται από την παιδική ηλικία και η πρώιμη διάγνωση του είναι καθοριστική για μία φυσιολογική ζωή. Ο τύπος II σχετίζεται με παχυσαρκία (αύξηση περιμέτρου κοιλίας), κληρονομικότητα, διάφορες άλλες καταστάσεις του οργανισμού όπου όμως η υποθερμιδική δίαιτα, η απώλεια βάρους και η άσκηση ωφελούν πάντα. Η τιμή της γλυκόζης νηστείας θα πρέπει να είναι κάτω από 110 mg/dl ή στην περίπτωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης που είναι πιο αξιόπιστη για την εκτίμηση της νόσου θα πρέπει να είναι κάτω από 6%.