Καρδιακές Αρρυθμίες

Η καρδιά είναι ένας μυς που λειτουργεί σαν μία αντλία παίρνοντας το αίμα από την περιφέρεια, το στέλνει στους πνεύμονες για να οξυγονωθεί και στη συνέχεια το ξαναστέλνει στην περιφέρεια, για να μεταφέρει το πολύτιμο για τη ζωή οξυγόνο. Αυτή τη διαδικασία σε φυσιολογικές συνθήκες, η καρδιά ενός ενήλικου ατόμου την επαναλαμβάνει περίπου 60-80 φορές το λεπτό μ’ έναν συγκεκριμένο ρυθμό, άλλοτε πιο γρήγορο και άλλοτε πιο αργό. Τον ρυθμό γι’ αυτή τη διαδικασία δίδει με τη μορφή ηλεκτρικού ερεθίσματος που κατόπιν εξαπλώνεται σε όλη την καρδιά και οδηγεί στη συστολή της, μια ομάδα κυττάρων που βρίσκονται πάνω στην καρδιά και ονομάζονται φλεβοκομβικά κύτταρα ή φλεβόκομβος.

Eάν έχουμε μία συστολή που δεν προέρχεται από το φλεβόκομβο με τη φυσιολογική διαδοχή και επέκταση του ηλεκτρικού σήματος, τότε μιλάμε για αρρυθμία. Έτσι λοιπόν θα λέγαμε ότι καρδιακή αρρυθμία είναι οτιδήποτε ξεφεύγει από το φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό της καρδιάς. Όλοι οι άνθρωποι παρουσιάζουν καρδιακές αρρυθμίες, όπως για παράδειγμα είναι μία κοιλιακή έκτακτη συστολή ή μία υπερκοιλιακή έκτακτη συστολή, αλλά τις περισσότερες φορές δε γίνονται αντιληπτές. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για τελείως αθώες, καλοήθεις αρρυθμίες. Σε ένα μικρό ποσοστό όμως, ιδιαίτερα σε άτομα με συνυπάρχουσες παθήσεις της καρδιάς, αυτές οι αρρυθμίες είναι πολύπλοκες και μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο.

Εφόσον η καρδιακή αρρυθμία προκαλεί συμπτώματα, αυτά μπορεί να είναι ένα φτερούγισμα στο στήθος, ένα αίσθημα ζάλης ή ακόμη και συγκοπή, που συνοδεύεται από την απώλεια των αισθήσεων. Τις περισσότερες φορές η ένταση των συμπτωμάτων μιας αρρυθμίας δεν αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητά της. Ωστόσο μία αρρυθμία, εάν συνοδεύεται από συμπτώματα όπως η ζάλη ή εάν πολύ περισσότερο οδηγεί σε συγκοπτικό επεισόδιο και απώλεια των αισθήσεων, θα πρέπει να μας προβληματίσει και να αντιμετωπιστεί επιθετικά.

Τις περισσότερες φορές ένα απλό καρδιογράφημα αρκεί για να γίνει η διάγνωση μιας αρρυθμίας. Μετά πιθανώς θα πρέπει να γίνει περαιτέρω διερεύνηση με τη χρησιμοποίηση άλλων μεθόδων, όπως είναι η 24ωρη καταγραφή του καρδιογραφήματος, το γνωστό Holter Ρυθμού. Μερικές μάλιστα φορές δεν αρκεί καν η 24ωρη καταγραφή, οπότε μπορεί να χρειαστεί να εμφυτεύσουμε μία μικρή συσκευή μακράς παρακολούθησης του καρδιογραφήματος κάτω από το δέρμα και να την αφήσουμε για μήνες μέχρι να ανιχνευτεί η καρδιακή αρρυθμία. Ένας άλλος τρόπος διάγνωσης είναι με την εισαγωγή στην καρδιά καθετήρων για να κάνουμε αυτό που ονομάζεται ηλεκτροφυσιολογική μελέτη της καρδιάς και να δούμε εάν υπάρχει πρόβλημα στην ηλεκτρική διέγερσή της, εάν υπάρχουν αποκλεισμοί του ερεθίσματος ή εάν προκαλούνται αρρυθμίες και κατάλληλα να τις ρυθμίσουμε. Η άλλη πλευρά του ελέγχου αποσκοπεί στη διερεύνηση τυχόν συνυπάρχουσας οργανικής καρδιοπάθειας που προκάλεσε την αρρυθμία. Γι’ αυτό ένα υπερηχογράφημα πολλές φορές είναι απαραίτητο να γίνεται και μπορει να προχωρήσουμε και σε άλλες εξετάσεις, όπως είναι η στεφανιογραφία, η μαγνητική τομογραφία της καρδιάς κλπ.

Η αντιμετώπιση μίας αρρυθμίας, εφόσον κριθεί ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί, μπορεί να γίνει είτε με φάρμακα, είτε με βηματοδότες, είτε με την εμφύτευση κάποιου απινιδωτή, είτε με τη χρήση κατάλυσης.