6. Υπνική Άπνοια

Η υπνική άπνοια είναι μια συχνή διαταραχή στη λειτουργία της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Όταν εκδηλώνεται, η αναπνοή του ασθενούς εξασθενεί ή σταματάει εντελώς για 10–15 δευτερόλεπτα ή και περισσότερο. Τα επεισόδια μπορεί να επαναληφθούν και πάνω από 10 φορές την ώρα. Κατά τη διάρκεια της υπνικής άπνοιας η ποσότητα του οξυγόνου που υπάρχει στο αίμα του ασθενούς μειώνεται σε τέτοια βαθμό, που διαταράσσεται η οξυγόνωση οργάνων, όπως ο εγκέφαλος και η καρδιά. Έτσι προκαλούνται αρρυθμίες, που ειδικά σε ασθενείς με προδιάθεση, π.χ. πάσχοντες από στεφανιαίο νόσο ή από μειωμένη αιμάτωση περιοχών του μυοκαρδίου μπορεί να είναι καταστροφικές.

Η συχνότερη μορφή υπνικής άπνοιας είναι η αποφρακτική και εμφανίζεται σε παχύσαρκους ασθενείς στους οποίους η ρίζα της γλώσσας αποφράσει την αεροφόρο οδό κατά την διάρκεια του ύπνου. Οι ασθενείς αυτοί συνήθως παρουσιάζουν και ροχαλητό, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι όποιος ροχαλίζει έχει και υπνική άνποια. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή υπνική άπνοια, ταλαιπωρούνται κατά τη διάρκεια της νύχτας, με αποτέλεσμα μέσα στην ημέρα να εμφανίζουν υπνηλία, μειωμένη προσοχή και πονοκεφάλους, ειδικά το πρωί. Επιπλέον παρουσιάζουν υψηλή αρτηριακή πίεση. Σημειώνεται ότι στους παχύσαρκους ασθενείς η υπνική άπνοια είναι μία από τις κυριότερες αιτίες πολύ σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων κατά τη διάρκεια του ύπνου.